• 21/04/2020
  • Corona-Krise

«1 εκατομμύριο εκατομμύρια = 1 δισεκατομμύριο».

Ποιες ευκαιρίες προσφέρει η περίοδος χαμηλού επιτοκίου στο κράτος, για την προώθηση της οικονομικής ζωής μετά την κρίση του κορονοϊού, εξηγεί ο Ernst Prost σε αυτό το ενημερωτικό δελτίο

Αγαπητοί συνεργάτες, αγαπητές συναδέλφισσες και συνάδελφοι,

 

ανατρέχω και πάλι στο πολεμικό λεξιλόγιο των ηρωικών αγώνων και μαχών. Συνήθως μετά από ένα ποτήρι κόκκινο κρασί ή αφού έχω διαβάσει Κλάουζεβιτς.... Μόνο η ρητορική του πολέμου δεν μου αρέσει – ασχέτως πόσο δραστικά θέλω να περιγράψω τη θέση και τα καθήκοντά μας. Γιατί ο πόλεμος είναι κάτι τελείως διαφορετικό από ό,τι η κρίση. Και τη διαφορά μεταξύ μάχης και πολέμου την έχω ήδη περιγράψει. Ο πόλεμος σκοτώνει ανθρώπους - ο αγώνας σώζει ζωές.

Και ακόμη μια βαρυσήμαντη διαφορά μεταξύ ενός πολέμου και αυτής της κρίσης: Σε έναν πόλεμο καταστρέφονται τα πάντα. Μηχανές, εργοστάσια, εγκαταστάσεις, σπίτια – απλώς τα πάντα. Όλα τα πράγματα, όλες οι περιουσίες. Μια τέτοιου είδους καταστροφή ιδιωτικής περιουσίας, εταιρειών και κρατικών δομών δεν υφίσταται τώρα – ακόμη κι αν το πλήγμα για πολλούς ήταν βαρύ. Αλλά να ξαναχτίσουμε, όπως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν χρειάζεται. Θα πρέπει απλά να δώσουμε ξανά ώθηση στα πάντα. Δεν είναι μικρή υπόθεση, αλλά όχι και ανυπέρβλητο πρόβλημα. Αυτή η διαφορά είναι για εμένα σημαντική, γιατί πολλοί τώρα γράφουν για μια κατεστραμμένη οικονομία. Ίσως πρόκειται μάλλον για μια ακούσια, κωματώδη χειμερία νάρκη....

Το καλό με εμάς τους Γερμανούς είναι η εργατικότητά μας, η φιλοδοξία μας και η θετική εργασιομανία μας. Αυτά αποτελούν ήδη το 90 % από όσα χρειαζόμαστε για να επιστρέψουμε σε πλήρη ισχύ.... Και επιπλέον 1.000 δισεκατομμύρια Ευρώ ή αλλιώς 1 εκατομμύριο εκατομμύρια... Αυτό είναι 1 τρισεκατομμύριο Ευρώ. Ευχαρίστως και δύο τρισεκατομμύρια. Ε και; Τα χρήματα αυτήν την περίοδο δεν κοστίζουν. Το κόστος των χρημάτων λέγεται τόκοι και το κράτος αυτήν την περίοδο δεν χρειάζεται να πληρώσει τόκους. Και πάλι ήμασταν τυχεροί..... Την εποχή των υψηλών επιτοκίων η Γερμανία πλήρωνε ετησίως για τον κρατικό της χρέος μεταξύ 20 και 40 δισεκατομμυρίων Ευρώ σε τόκους. Το νεκρό σημείο και κυρίως η άτοκη περίοδος μας επιτρέπει να εξοικονομούμε στο μεγάλο τους μέρος αυτά τα δις σε τόκους στον προϋπολογισμό κάθε χρόνο. Αυτό είναι καλό.

Και τι θα γίνει τώρα όσον αφορά τις δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού, αν στο υφιστάμενο χρέος των 2 δισεκατομμυρίων Ευρώ προσθέσουμε άλλα 2; – Ακριβώς: τίποτα! Εφόσον τον κράτος δεν θα χρειαστεί να πληρώσει τόκους γι' αυτά, δεν έχει επιπλέον κόστος και δεν χρειάζεται να κόψει από αλλού - ακόμη καλύτερα. Θα ήταν μοιραίο, αν τώρα εξαιτίας της κρίσης παίρναμε μεγάλα δάνεια και εξαιτίας αυτών των δανείων χρειαζόταν να κόψουμε από αλλού – από που, το ξέρουμε αυτό –. Αλλά δεν χρειάζεται. Με άτοκα δάνεια μπορεί κανείς να ζήσει καλά.  Κυρίως, όταν αυτά τα δάνεια τα έχει στους δικούς τους πολίτες. Λέξη-κλειδί «κρατικά ομόλογα».

Φυσικά δεν είμαι υπουργός οικονομικών, ένας απλός διευθύνων σύμβουλος - αλλά έτσι θα το έκανα. Θα έπαιρνα επ' ώμου το μεγάλο μπαζούκα και θα φώναζα όπως είπε τότε και ο Mario Draghi «whatever it takes» και θα έκανα τόσο χρέος, όσο χρειάζεται για την αναμόχλευση της οικονομίας. Στο σημείο αυτό η εξοικονόμηση χρημάτων θα ήταν κάτι τόσο παράλογο όσο το να σταματήσουμε τα ρολόγια, για να σταματήσει να τρέχει ο χρόνος.

«Ταυτόχρονα» θα μπορούσαν τώρα επιτέλους να ξεκινήσουν τα επειγόντως απαραίτητα προγράμματα επενδύσεων, ώστε να εκσυγχρονιστούν οι εν μέρει σαθρές γερμανικές υποδομές: Σχολεία, γέφυρες, ψηφιοποίηση, ενεργειακή στροφή και σύστημα υγείας. Άρα υπάρχουν πολλά να γίνουν. Υπάρχει πολλή δουλεία και αν τώρα ρίξουμε λιπαντικό, δηλαδή φρέσκο χρήμα, στον κινητήρα, τα πράγματα μετά την κρίση θα είναι καλύτερα από ό,τι πριν. Αν είμαστε λίγο έξυπνοι, αυτή δεν θα είναι η συνταγή μόνο για την Γερμανία αλλά για ολόκληρη την Ευρώπη. Αλλά θα πρέπει να πάψουμε να είμαστε κοντόφθαλμοι ιδεολογικά, εθνικιστικά ή φονταμενταλιστικά. Τα ευρωομόλογα από την ΕΚΤ φέρνουν και στους γείτονες μας φρέσκο χρήμα και μάλιστα με χαμηλά επιτόκια – και μόνο με χαμηλά επιτόκια γίνεται!

 

Με εκτίμηση, 

 

Ernst Prost